ΤΟ ΑΝΑΚΤΟΡΟΝ ΤΟΥ ΝΕΣΤΟΡΟΣ

Νωπογραφία του ανακτόρου του Νέστορος

Εντούτοις, τα μυκηναϊκά ανάκτορα στις Μυκήνες, στην Τίρυνθα αλλά και στην Πύλο, διατάσσονται στο χώρο με διαφορετικές αρχές από τις μινωικές. Το συγκρότημα επικεντρώνεται σε ένα “μέγαρο”, μια επιμήκη αίθουσα, που προσεγγίζεται μέσω μιας στοάς, συχνά με έναν προθάλαμο, που μεσολαβεί, που μπορεί να πλαισιώνεται σε μία ή και στις δύο πλευρές του από διαδρόμους, που οδηγούν σε βοηθητικά δωμάτια.-αρχαιογνώμων- Η κεντρική του θέση επιβεβαιώνει ότι το μέγαρο είχε μεγάλη σημασία, σχετική με θρησκευτικές τελετές και τελετουργίες.


ΟΙ ΕΡΕΥΝΕΣ

Οι αρχαιολογικές έρευνες για τον εντοπισμό μυκηναϊκών οικιστικών καταλοίπων στη Μεσσηνία ξεκίνησαν ήδη από το 1909 με τον αρχαιολόγο Α.Σκιά ενώ το 1912 ο Κων/νος Κουρουνιώτης αναζητούσε το μυκηναϊκό-ομηρικό ανάκτορο της Πύλου.

Κατά τα έτη 1912 και 1926 ο Κωνσταντίνος Κουρουνιώτης ανέσκαψε δύο θολωτούς τάφους, στις θέσεις Τραγάνα και Κορυφάσιο, στην ευρύτερη περιοχή του κόλπου του Ναυαρίνου. Παρόλο που και οι δύο τάφοι, είχαν συληθεί ήδη κατά την αρχαιότητα, έδωσαν σημαντικά ευρήματα: από τον πρώτο (στην Τραγάνα) προήλθαν τρεις αμφορείς ανακτορικού ρυθμού και από τον δεύτερο (στο Κορυφάσιο) μια συλλογή από αγγεία Μέσης Ελλαδικής και Υστεροελλαδικής Ι εποχής.

Η παρατήρηση από τον Κωνσταντίνο Κουρουνιώτη επιφανειακών ενδείξεων για την ύπαρξη και άλλων θολωτών τάφων στάθηκε αφορμή για τη σύσταση μιας ελληνοαμερικανικής αποστολής, με επικεφαλής τον ίδιο εκ μέρους της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και τον Carl Blegen από το Πανεπιστήμιο του Cincinnati, με στόχο τον εντοπισμό και την ανασκαφική έρευνα μυκηναϊκών θέσεων και νεκροταφείων της Δυτικής Μεσσηνίας.

Τα ευρήματα των δύο ανεσκαμένων τάφων καθιστούσαν σαφές, ότι επρόκειτο για βασιλικούς τάφους και επομένως στην ευρύτερη περιοχή θα πρέπει να βρισκόταν και μυκηναϊκό ανάκτορο. Το 1938 διεξήχθη μια πρώτη σύντομη επιφανειακή έρευνα και το 1939 -αρχαιογνώμων-επισημάνθηκαν με τη βοήθεια των κατοίκων της περιοχής και ειδικά του κ. Χαράλαμπου Χριστοφιλόπουλου, επτά-οκτώ θέσεις μυκηναϊκής εποχής, στα ΒΑ του κόλπου του Ναυαρίνου.

Η θέα από το παλάτι του Νέστορος


Ο λόφος του Άνω Εγκλιανού, που δεσπόζει στην περιοχή, με θέα στον μεγαλοπρεπή κόλπο του Ναυαρίνου στα Νότια και το όρος Αιγάλεω στα Βόρεια, επιλέχθηκε από τους ερευνητές για την διενέργεια ανασκαφικής έρευνας. Την προσοχή τους είχαν προσελκύσει δύο συμπαγείς άμορφες μάζες στην κορυφή του λόφου, που προεξείχαν από το έδαφος.

Αντιλήφθηκαν ότι επρόκειτο για αρχιτεκτονικά λείψανα μεγάλου οικοδομήματος της Εποχής του Χαλκού, που είχε καταστραφεί από πυρκαγιά. Στις 4 Απριλίου του 1939 έγιναν οι πρώτες δοκιμαστικές τομές, οι οποίες αποκάλυψαν τμήματα τοίχων, δάπεδα, τμήματα τοιχογραφιών και μυκηναϊκά όστρακα. -αρχαιογνώμων-Το πιο εντυπωσιακό εύρημα, ωστόσο, ήταν η ανακάλυψη 600 και πλέον πήλινων πινακίδων Γραμμικής Β΄ Γραφής, οι οποίες ήταν ως τότε γνωστές μόνο από την Κνωσό. Ήταν πια φανερό πώς επρόκειτο για ανακτορικό συγκρότημα, όμοιο με αυτά των Μυκηνών, της Τίρυνθας, των Θηβών.

Έλληνας στρατιώτης εν δράση της μυκηναϊκής περιόδου από νωπογραφία του ΝΔ κτηρίου του παλατιού του Νέστορα.

Οι ανασκαφές διεκόπησαν με την κήρυξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου έως το 1952, οπότε ξεκίνησαν εκ νέου. Στο διάστημα 1952-1966 οι συστηματικές ανασκαφικές εργασίες αποκάλυψαν σταδιακά το Ανάκτορο του Νέστορος καθώς και τον περιβάλλοντα χώρο του στα πρανή του λόφου.
Το έργο του Κωνσταντίνου Κουρουνιώτη στην περιοχή, συνέχισε ο Σπυρίδων Μαρινάτος, ο οποίος τον διαδέχτηκε μετά τον θάνατό του, το 1952.

Συμπλοκή μάχης με στρατιώτες του βασιλείου και πιθανά επαναστάτες που κρατούν και  ρόπαλα


Ο Σπ. Μαρινάτος αποφάσισε να ερευνήσει παρακείμενους προϊστορικούς οικισμούς και νεκροταφεία, ενώ η αμερικανική αποστολή αφοσιώθηκε στην συστηματική ανασκαφή και αποκάλυψη του ανακτόρου και των κτιριακών συνόλων γύρω από αυτό.
Το χειμώνα 1960-1961 κατασκευάστηκε από την ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία μεταλλικό προστατευτικό στέγαστρο πάνω από το κεντρικό τμήμα του ανακτορικού συγκροτήματος. Έτσι ένα μεγάλο μέρος των δαπέδων, των εστιών και άλλων αρχιτεκτονικών στοιχείων παρέμειναν ορατά για τους επισκέπτες.

Εγκλιανός, Ανάκτορο Νέστορος. Σχεδιαστική αναπαράσταση της βορειοανατολικής πρόσοψης του Ανακτόρου, με τον Πυλώνα 41 (κατά].0. Wright 1984).


Το 1973 εκδόθηκε το θεμελιώδες τρίτομο έργο των C. Blegen και M. Rawson “The Palace of Nestor at Pylos in Western Messenia”, όπου παρουσιάστηκε συνολικά το ανασκαφικό τους έργο στην περιοχή του ανακτόρου.

Επάνω Εγκλιανός, Ανάκτορο Νέστορος. Τοιχογραφία με παράσταση κυνηγού και ελαφιού, από την επίχωση του Δωματίου 43 (κατά Lang 1969, ζωγραφική αναπαράσταση από τον Pietde Jong). Μουσείο Χώρας.
Η άνω νωπογραφία του ανακτόρου του Νέστορος

Κατά τη δεκαετία του 1990, υπό το πρίσμα εξελιγμένων τεχνικών και νέας μεθοδολογίας επανεξετάστηκαν τα δεδομένα και το υλικό των πρώτων ανασκαφών, αποκαλύπτοντας νέα στοιχεία. Το 1990 εγκαινιάστηκε η νέα αυτή περίοδος ερευνητικής δράσης-αρχαιογνώμων- στο λόφο του Άνω Εγκλιανού, από ανασκαφική ομάδα του Πανεπιστημίου της Minnesota, με επικεφαλής τον καθηγητή κλασικής αρχαιολογίας Frederick Cooper και τους Michael Nelson, Charles Griebel.

Νωπογραφία του ανακτόρου του Νέστορος

Η πολυετής συστηματική έρευνα στο Ανάκτορο με την ονομασία: MARWP (Minnesota Archaeological Researches in the Western Peloponnese, The Pylos Project), διήρκησε ως το 1998, υπό την εποπτεία της Ζ΄ ΕΠΚΑ. Στόχος του προγράμματος, του πρώτου που πραγματοποιήθηκε μετά την αρχική ανασκαφή του 1939, ήταν ο επιμελής καθαρισμός και η επανεξέταση όλων των ερευνηθέντων από τον πρώτο ανασκαφέα, Carl Blegen, τμημάτων του Ανακτόρου.